Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσουνάμι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσουνάμι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Αυγούστου 2023

Φουκουσίμα, 2011: Ο καρκίνος και τα μεταλλαγμένα. Οι αντικρουόμενες εκθέσεις της και του ΟΗΕ





Έχουν περάσει δέκα χρόνια από την πυρηνική καταστροφή στη Φουκουσίμα.  

Να θυμηθούμε τα γεγονότα 



 Στις 11 Μαρτίου 2011 στις 14:46':3'' ένας ισχυρός σεισμός 9 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ χτυπά ανατολικά του Σεντάι, στο Νησί Χονσού. Η διάρκειά του σπάει τα ρεκόρ, κρατώντας 5 εφιαλτικά λεπτά. 

Σύμφωνα με το Τμήμα Γεωλογικής Επισκόπησης των ΗΠΑ, το επίκεντρο βρισκόταν σε βάθος 24,4 χμ. (15,2 μίλια).

Λίγη ώρα αργότερα ο σεισμός επιφέρει ένα τεράστιο τσουνάμι που έφτασε έως και τα 10 μέτρα δεν άφησε τίποτα όρθιο στο πέρασμά του.

Οι εικόνες μοιάζουν τόσο απόκοσμες, σαν να έχουν βγει από ταινία για το τέλος του κόσμου. 

Αεροπλάνα στο νερό, καράβια στη στεριά, ισοπεδωμένα σπίτια, αυτοκίνητα το ένα πάνω στο άλλο και ο κόσμος μουδιασμένος, χωρίς να μπορεί να πιστέψει τι έχει συμβεί.

Κατά τη διάρκεια του σεισμού καταγράφηκε μετατόπιση του βυθού της θάλασσας, κοντά στο επίκεντρο, κατά 24 μέτρα (79 πόδια), 4 φορές μεγαλύτερη από την προηγούμενη παρόμοια μέτρηση στην Ιαπωνία. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη καταγεγραμμένη μετατόπιση μέχρι σήμερα, αλλά πιθανότατα όχι και η μεγαλύτερη που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ, καθώς υπολογίζεται πως ο σεισμός της Σουμάτρας το 2004 θα μπορούσε να έχει μετατοπίσει τον βυθό κατά 30 μέτρα. 

Ο απολογισμός των θυμάτων τραγικός: ο πιο πρόσφατος κάνει λόγο για 15.365 νεκρούς, 5.363 τραυματίες και 8.206 αγνοούμενους. 

Ο σεισμός και το τσουνάμι έθεσαν εκτός λειτουργίας τα συστήματα ψύξης του εργοστασίου, με αποτέλεσμα τρεις αντιδραστήρες να υποστούν τήξη του πυρήνα. 

Η περιοχή κηρύχθηκε σε κατάσταση ανάγκης και διατάχθηκε η εκκένωση των κατοικιών σε ακτίνα αρκετών χιλιομέτρων καθώς τα επίπεδα ραδιενέργειας που κατέγραψαν οι μετρήσεις ήταν πολύ πιο πάνω από τα επιτρεπτά όρια.

Μια περιοχή, όπου ζούσαν 80.000 άνθρωποι, έχει βρεθεί με μόνους κατοίκους λίγους πυρηνικούς επιστήμονες, που αγωνίζονται να εξαλείψουν τη μόλυνση από τη ραδιενέργεια.


Έκτοτε η Tepco διοχετεύει συνεχώς νερό για να διατηρεί χαμηλή τη θερμοκρασία των λιωμένων πυρηνικών καυσίμων. Το νερό αυτό, μολυσμένο με υψηλές συγκεντρώσεις ραδιοϊσοτόπων, διαρρέει από ρωγμές και καταλήγει στο έδαφος, όπου αναμειγνύεται με νερό που υπάρχει στον υδροφόρο ορίζοντα.

Το ραδιενεργό νερό, αποθηκεύεται σε βιομηχανικές δεξαμενές,  που φτάνει πλέον τους 760.000 τόνους και αποτελεί μείζον πρόβλημα στις προσπάθειες διαχείρισης της κατάστασης.

Ο Τερούκι Φουκουμάτσου της Toshiba Energy Systems and solutions corporation εξηγεί: «Εδώ, ο κατεστραμμένος αντιδραστήρας περιέχει λιωμένο ραδιενεργό υλικό και πρέπει να ψύχεται μόνιμα, οπότε ρίχνουμε νερό . Το μολυσμένο νερό που βγαίνει απορροφάται από μια αντλία και αποστέλλεται σε αυτό το σύστημα ALPS Η ακτινοβολία πρακτικά απομακρύνεται εκτός από το τρίτιο, για να αποθηκευτεί τελικά σε δεξαμενές».

Το τρίτιο είναι ένα μέρος του υδρογόνου το οποίο έχει πολύ μικρό χρόνο ραδιενεργού ημιζωής και δεν συσσωρεύεται στο ανθρώπινο σώμα.

Το επεξεργασμένο νερό στη συνέχεια αποθηκεύεται σε χίλιες δεξαμενές οι οποίες θα έχουν γεμίσει έως το 2022. Θα είναι απαραίτητο λοιπόν να αδειάσει το φιλτραρισμένο νερό. Δύο είναι οι επιλογές: ή να εξατμίσετε στον αέρα ή να το απελευθερώσετε στη θάλασσα. Αυτό όμως ανησυχεί τους ντόπιους ψαράδες και τους αγρότες.

Ο διευθυντής του Κύκλου Πυρηνικών Καυσίμων και Τεχνολογίας Αποβλήτων της ΙΑΕΑ λέει: «Ολοι οι πυρηνικοί αντιδραστήρες έχουν άδεια να απελευθερώνουν μικρές ποσότητες ραδιενέργειας στο νερό και στον αέρα, όλα αυτά υπόκεινται σε ρυθμιστικό έλεγχο».

Ο παροπλισμός ου εργοστασίου της Φουκουσίμα θα πρέπει να ολοκληρωθεί σε 30 έως 40 χρόνια, μια καταστροφή που δεν είναι ανάλογη του Τσερνόμπιλ.


Ο Καθηγητής Γκέοργκ Σταϊχάουζερ του Πανεπιστημίου της Λειψίας εξηγεί: «Στο Τσέρνομπιλ υπήρξε διαρροή μιας τεράστιας ποσότητας πλουτωνίου,. Έτσι το Τσερνομπίλ θα είναι για πάντα μολυσμένο. Η Φουκουσίμα είναι μια εντελώς διαφορετική περίπτωση. Γιατί αυτό που διέρρευσε στη Φουκουσίμα είναι βασικά το ραδιενεργό καίσιο. Το καίσιο 137 έχει χρόνο ημιζωής 30 ετών. τα χωριά ξαναχτίστηκαν δίπλα στο εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας».

Κοντά στο εργοστάσιο, οι αρχές εργάζονται επίσης για την ανοικοδόμηση στις μολυσμένες περιοχές με στόχο την επιστροφή των κατοίκων. Από το 2011 88.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν τις εστίες τους. Μόνο 14.000 έχουν επιστρέψει.



Από την άλλη η UNSCEAR, η Επιστημονική Επιτροπή του ΟΗΕ για τις Επιδράσεις της Ατομικής Ακτινοβολίας, εκτιμούσε το 2011, ότι τα παιδιά που δέχτηκαν τις μέγιστες δόσεις, από 100 μέχρι milliGray (μονάδα μέτρησης της δόσης ραδιενέργειας), τα οποία ήταν λιγότερα από χίλια, έχουν μεγάλο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου. Σε μελέτη ο αριθμός των κρουσμάτων καρκίνου του θυρεοειδούς, σε παιδιά, που επαληθεύτηκαν με χειρουργικές επεμβάσεις ανέρχεται σε 100. Μεγάλο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου αντιμετωπίζουν και οι εργάτες που εργάζονται στην Τepco που με αυτοθυσία βοηθούν στην απομάκρυνση των ραδιενεργών στοιχείων αλλά και στην ψύξη των αντιδραστήρων. 

Σε μία νοτιοκορεάτικη ιστοσελίδα δημοσιεύτηκαν φωτογραφίες μεταλλαγμένων λαχανικών από την Ιαπωνία, ισχυριζόμενη πως συγκεντρώθηκαν από κατοίκους της Φουκοσίμα, μετά την πυρηνική καταστροφή.

Η αρχική ανακούφιση για το γεγονός ότι ρέει στον ωκεανό κατά βάση τρίτιο, στοιχείο ελαφρώς ραδιενεργό, συμπληρώθηκαν από τη διαπίστωση ότι το τρίτιο απλώς φθάνει πρώτο, γιατί κινείται πιο γρήγορα ανάμεσα στα πετρώματα. Με πιο αργούς ρυθμούς, αλλά στην ίδια κατεύθυνση, ακολουθεί το καίσιο και κυρίως το στρόντιο-90, που είναι ένα από τα πλέον ραδιενεργά τεχνητά στοιχεία. 

Στη Φουκουσίμα δεν μπορεί καν να απομακρυνθεί το στρόντιο με μηχανικά μέσα, όπως γίνεται ακόμη και σήμερα στην έδρα του Μανχάταν Πρότζεκτ, στο Χάνφορντ των ΗΠΑ, γιατί το φίλτρο που χρησιμοποιείται εκεί δεν λειτουργεί αν το ραδιενεργό νερό είναι αλμυρό, όπως αυτό που εκτόξευσαν οι πυροσβεστικές αντλίες στα υπόγεια των αντιδραστήρων της Φουκουσίμα μέσα στην απελπιστική κατάσταση του Μαρτίου του 2011.

Στο μεταξύ, για την επιστροφή των περισσότερων κατοίκων, η κυβέρνηση έχει συλλέξει 9 εκατομμύρια κυβικά μέτρα μολυσμένων εδαφών, τα οποία πιθανώς θα αποθηκευτούν σε μια αχανή, ανοιχτή αποθήκη πυρηνικών αποβλήτων γύρω από το εργοστάσιο.  

Επιστρέφουν οι εκτοπισμένοι 

Η ιαπωνική κυβέρνηση ετοιμάζεται να χαρακτηρίσει ξανά κατοικήσιμη την Ιιτάτε, μια από τις περιοχές που είχαν εκκενωθεί μετά το πυρηνικό δυστύχημα της Φουκουσίμα τον Μάρτιο του 2011, χωρίς όμως να έχει υπολογίσει μακροπρόθεσμα την ακτινοβολία στην οποία θα είναι εκτεθειμένοι οι άνθρωποι που θα επιστρέψουν εκεί, σύμφωνα με τη Greenpeace. 

Οι ακτιβιστές έχουν προτρέψει την κυβέρνηση να ανακαλέσει την οδηγία, έως ότου η ατμοσφαιρική ραδιενέργεια να πέσει κάτω από το ανώτατο όριο της ετήσιας έκθεσης των ανθρώπων, που προτείνει η Διεθνής Επιτροπή για την Προστασία από την Ραδιενέργεια. 

Στην πραγματικότητα όμως, η κυβέρνηση αναγκάζει τους ανθρώπους να επιστρέψουν σε μια περιοχή όπου η ραδιενέργεια βρίσκεται σε ποσοστά κοντά στο ετήσιο ανώτατο όριο έκθεσης, τέτοιο που διεθνώς επιτρέπεται μόνο σε εργαζομένους στα εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας. 

Ακόμα και η Ιαπωνία, η οποία είναι γνωστή για την εξαιρετική τεχνολογική της ανάπτυξη, δεν μπορεί να βρει αποτελεσματικούς τρόπους για την αντιμετώπιση των συνεπειών του πυρηνικού ατυχήματος.

Η Φουκουσίμα συνιστά το τέλος των ισχυρισμών ότι η πυρηνική ενέργεια είναι «οικονομική», αφού, σύμφωνα με στοιχεία που συνέλεξαν οι Financial Times, οι εκρήξεις του εργοστασίου Ντάι Ιτσι έχουν μέχρι στιγμής «εξαερώσει» 100 δισ. δολάρια (13,3 τρισ γεν). Σχεδόν τα μισά έχουν δοθεί σε αποζημιώσεις προς πληγέντες, ενώ τα υπόλοιπα έχουν ξοδευτεί στις προσπάθειες καθαρισμού της νεκρής ζώνης σε ακτίνα 30 χιλιομέτρων και για τις προσπάθειες να μαζευτούν τα ραδιενεργά ερείπια. Και είναι μόνον η αρχή, καθώς οι εργασίες παροπλισμού των εγκαταστάσεων αναμένεται να διαρκέσουν 40 χρόνια.

Έρευνα Greenpeace: επικίνδυνο για το ανθρώπινο DNA το ραδιενεργό νερό της Φουκουσίμα 

Το μολυσμένο νερό που αναμένεται να απορριφθεί στη θάλασσα από το κατεστραμμένο πυρηνικό εργοστάσιο της Φουκουσίμα Ντάιτσι, περιέχει ένα ραδιενεργό υλικό το οποίο μπορεί να βλάψει το ανθρώπινο DNA, σύμφωνα με έρευνα της Greenpeace.

Η περιβαλλοντική οργάνωση τονίζει ότι ο 1, 23 εκατομμύρια τόνοι νερού που φυλάσσονται σε περισσότερες από χίλιες δεξαμενές περιέχουν «επικίνδυνα» επίπεδα του ραδιενεργού ισοτόπου άνθρακας-14, μαζί με ποσότητες τρίτιου που έχουν ήδη εξακριβωθεί.

Η δημοσίευση της έρευνας «Αναχαιτίζοντας την παλίρροια 2020: Η πραγματικότητα της κρίσης του ραδιενεργού ύδατος της Φουκουσίμα» έρχεται μερικές μέρες μετά την αναφορά των ιαπωνικών ΜΜΕ ανέφεραν ότι η κυβέρνηση αναμένεται να εγκρίνει την απόρριψη των ραδιενεργών υδάτων στον Ειρηνικό Ωκεανό, παρά τις ενστάσεις των τοπικών ψαράδων, οι οποίοι λένε ότι αυτή η απόφαση θα τους καταστρέψει.

«Δεν μπορούμε να αναβάλλουμε για πάντα αυτό το θέμα» δήλωσε ο πρωθυπουργός, Γιοσιχίντε Σούγκα, αυτή την εβδομάδα. «Θέλουμε να πάρουμε μια υπεύθυνη απόφαση όσο το δυνατό γρηγορότερα» πρόσθεσε.

Ενώ η προσοχή έχει επικεντρωθεί στο τρίτιουμ - το οποίο δεν μπορεί να απομακρυνθεί μέσω του συστήματος φιλτραρίσματος που χρησιμοποιεί η εταιρεία που λειτουργεί το εργοστάσιο Tepco - η Greenpeace Ιαπωνίας και η Greenpeace Ανατολικής Ασίας τονίζει ότι ο ραδιενεργός άνθρακας που περιέχεται στο αποθηκευμένο νερό θα εκκενωθεί επίσης.

Ο ραδιενεργός άνθρακας-14 έχει χρόνο ημιζωής 5.370 χρόνια και «ενσωματώνεται σε κάθε ζωντανή ύλη» σημειώνει η έρευνα.

«Συγκεντρώνεται στα ψάρια σε επίπεδα χιλιάδες φορές υψηλότερα απ' ότι το τρίτιο. Ο άνθρακας-14 συμβάλλει σημαντικά στη δόση της συλλογικής ανθρώπινης ακτινοβολίας και έχει τη δυνατότητα να βλάψει το ανθρώπινο DNA». 

ΟΗΕ «Καμία επίπτωση» από τη ραδιενέργεια

Παρά τα παραπάνω πριν λίγες μέρες ο ΟΗΕ εξέδωσε πόρισμα ερευνητών του που δημοσιοποιήθηκε την Τρίτη, δέκα χρόνια μετά το ατύχημα.

 Από το προηγούμενο πόρισμα που δημοσιεύθηκε το 2013 μέχρι σήμερα, «δεν έχει διαπιστωθεί καμία αρνητική συνέπεια για την υγεία των κατοίκων της Φουκουσίμα που να μπορεί να συνδεθεί απευθείας με την έκθεση σε ραδιενέργεια» δήλωσε η πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής του ΟΗΕ για τις συνέπειες των εκπομπών ραδιενέργειας, Τζίλιαν Χερθ.

Το νέο πόρισμα της Επιτροπής επιβεβαιώνει σε γενικές γραμμές τα αποτελέσματα προηγούμενης έκθεσης του 2013. Προσφέρει, σύμφωνα με την ανακοίνωση του ΟΗΕ, «μια βελτιωμένη και πιο στέρεη αξιολόγηση των επιπέδων και των συνεπειών της ακτινοβολίας που οφείλεται στο δυστύχημα».

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η μεγάλη αύξηση του αριθμού των περιστατικών καρκίνου του θυρεοειδούς στα παιδιά που εκτέθηκαν αποδίδεται στην βελτίωση των διαγνωστικών τεχνικών που «αποκάλυψαν ανωμαλίες που δεν είχαν εντοπισθεί στο παρελθόν».

Μετά τον σεισμό των 9 βαθμών και το τσουνάμι που ακολούθησε, η καταστροφή του πυρηνικού σταθμού της Φουκουσίμα προκάλεσε στις 11 Μαρτίου 2011 την εκπομπή υψηλών επιπέδων ραδιενέργειας στην ατμόσφαιρα, τα ύδατα και το έδαφος στην περιοχή του πυρηνικού σταθμού, 220 χιλιόμετρα βορειοανατολικά του Τόκιο.

Σχεδόν 20.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν από το τσουνάμι και εκατοντάδες χιλιάδες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους γύρω από τον πυρηνικό σταθμό.

https://medlabgr.blogspot.com/2021/03/foukoushima-2011-o-karkinos-kai-ta-metallagmena-oi-antikrouomenes-ektheseis-tis-greenpeace-kai-tou-ohe.html#ixzz7wu0FKtmw

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2019

Το ηφαίστειο Ανάκ Κρακατόα έχασε τα δύο τρίτα του ύψους του



Οπτική ανάλυση, που πραγματοποιήθηκε από την ινδονησιακή Υπηρεσία Ηφαιστειολογίας, κατέληξε σ' αυτό το συμπέρασμα, καθώς το Ανάκ Κρακατόα, που είχε ύψος 338 μέτρα, έχει σήμερα ύψος μόλις 110 μέτρα.
Το ηφαίστειο Ανάκ Κρακατόα, στο οποίο οφείλεται το τσουνάμι που στοίχισε τη ζωή σε περισσότερους από 400 ανθρώπους την περασμένη εβδομάδα στην Ινδονησία, έχει χάσει πάνω από τα δύο τρίτα του ύψους του μετά την έκρηξη που προκάλεσε την καταστροφή, έγινε σήμερα γνωστό από επίσημη πηγή.
Οπτική ανάλυση, που πραγματοποιήθηκε από την ινδονησιακή Υπηρεσία Ηφαιστειολογίας, κατέληξε σ' αυτό το συμπέρασμα, καθώς το Ανάκ Κρακατόα, που είχε ύψος 338 μέτρα, έχει σήμερα ύψος μόλις 110 μέτρα.
Ένα μέρος του κρατήρα κατέρρευσε στον ωκεανό μετά την έκρηξη, προκαλώντας το τσουνάμι. Η ινδονησιακή Υπηρεσία Ηφαιστειολογίας υπολογίζει πως έπεσαν στη θάλασσα από 150 έως 180 εκατομμύρια κυβικά μέτρα βράχων και στάχτης.
«Το Ανάκ Κρακατόα είναι τώρα πολύ μικρότερο. Μπορούσε κανείς να παρατηρήσει την κορυφή του από ένα παρατηρητήριο. Τώρα είναι αδύνατον», σχολίασε στο Γαλλικό Πρακτορείο εκπρόσωπος της υπηρεσίας.
Δορυφορικές φωτογραφίες, που τραβήχτηκαν πριν και μετά την έκρηξη από την ιαπωνική Διαστημική Υπηρεσία, έδειξαν ότι δύο τετραγωνικά χιλιόμετρα του ηφαιστειογενούς νησιού, στο οποίο βρίσκεται το Ανάκ Κρακατόα, χάθηκαν κάτω από τα κύματα.
Εξάλλου, μια εβδομάδα μετά την τραγωδία, χιλιάδες ινδονήσιοι μουσουλμάνοι προσευχήθηκαν σήμερα στον περιφέρεια του Παντεγκλάνγκ, που επλήγη περισσότερο, στη μνήμη των θυμάτων του τσουνάμι.
«Προσεύχομαι για τα θύματα, να πάρουν βοήθεια και να οπλιστούν με υπομονή. Προσεύχομαι επίσης να μας βοηθήσει αμέσως η κυβέρνηση στην ανοικοδόμηση, να μας παράσχει ρούχα και τρόφιμα ή τουλάχιστον να μας στηρίξει ηθικά», εξηγεί στο Γαλλικό Πρακτορείο η Ντιάν Ροσντιάνα.
Σύμφωνα με τις αρχές, τουλάχιστον 426 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στη καταστροφή.
Περισσότεροι από 40.000 άνθρωποι έχουν απομακρυνθεί από την περιοχή εξαιτίας φόβων για νέο τσουνάμι, καθώς το Ανάκ Κρακατόα συνεχίζει να «βρυχάται».


ΑΠΕ-ΜΠΕ


Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

Τσουνάμι 5 μέτρων θα μπορούσε να πλήξει την Κρήτη σε περίπτωση σεισμού 7 Ρίχτερ

Τσουνάμι 5 μέτρων θα μπορούσε να πλήξει την Κρήτη σε περίπτωση σεισμού 7 Ρίχτερ - Media

Ένας ισχυρός σεισμός περίπου επτά βαθμών στα ανοιχτά των ακτών θα προκαλούσε ένα μεγάλο τσουνάμι, που θα μπορούσε να πλημμυρίσει τις παράκτιες περιοχές της νότιας και νοτιοδυτικής Κρήτης σε ύψος έως πέντε μέτρων πάνω από το επίπεδο της θάλασσας. Σε μια τέτοια περίπτωση, συνολικά γύρω στα 3,5 τετραγωνικά χιλιόμετρα ξηράς κατά μήκος των ακτών της Κρήτης πιθανώς θα βρίσκονταν κάτω από το νερό.
Παρόμοιος κίνδυνος, αν και μικρότερος, θα υπήρχε για τις ακτές της ανατολικής και νοτιοανατολικής Σικελίας, αλλά και της Λιβύης. Σε αυτές τις εκτιμήσεις-προειδοποιήσεις κατέληξε μια νέα ελληνο-ιταλική επιστημονική έρευνα, με επικεφαλής τον μεταδιδακτορικό ερευνητή πολιτικό μηχανικό Αχιλλέα Σαμαρά του Πανεπιστημίου της Μπολόνια, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ωκεανογραφίας "Ocean Science" της Ευρωπαϊκής Ένωσης Γεωεπιστημών (EGU). Στην μελέτη συμμετείχε και ο καθηγητής Θεοφάνης Καραμπάς του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Οι ερευνητές δημιούργησαν ένα υπολογιστικό μοντέλο για να προσομοιώσουν τις πιθανές επιπτώσεις από ένα μετασεισμικό τσουνάμι. Όπως δήλωσε ο Σαμαράς, στην ιστορία έχουν καταγραφεί πολύ σημαντικοί σεισμοί και αντίστοιχα τσουνάμι. Για παράδειγμα, το 365 μ.Χ. διαδοχικοί σεισμοί (ο μεγαλύτερος της τάξης των 8 έως 8,5 βαθμών) έπληξαν την Κρήτη.
Το τσουνάμι που ακολούθησε, κατέστρεψε μια σειρά από πόλεις στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Αίγυπτο, σκοτώνοντας περίπου 5.000 ανθρώπους μόνο στην Αλεξάνδρεια. Πιο πρόσφατα, το 1908, μετά από σεισμό περίπου επτά βαθμών στη Μεσσήνη (Μεσίνα) της Σικελίας, δημιουργήθηκε τσουνάμι που σκότωσε χιλιάδες άτομα, καθώς κατά τόπους τα κύματα ξεπέρασαν σε ύψος τα δέκα μέτρα.
Οι ερευνητές επεσήμαναν ότι τα τσουνάμι στη Μεσόγειο μπορεί να μην είναι τόσο συχνά όσο στον Ειρηνικό και στον Ινδικό Ωκεανό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν συμβαίνουν κατά καιρούς μετά από σεισμούς, οι οποίοι προκαλούνται λόγω της συνεχούς σύγκρουσης της αφρικανικής τεκτονικής πλάκας με την ευρωπαϊκή, καθώς η πρώτη αργά καταβυθίζεται κάτω από τη δεύτερη.
Περίπου το 10% όλων των τσουνάμι της Γης λαμβάνουν χώρα στη Μεσόγειο Θάλασσα. Κατά μέσο όρο, συμβαίνει ένα μεγάλο τσουνάμι ανά αιώνα. Με δεδομένο ότι περίπου 130 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν στις παράκτιες περιοχές της Μεσογείου, ο κίνδυνος είναι μεγάλος. Επιπλέον, σύμφωνα με τους επιστήμονες, αντίθετα με τους ανοιχτούς ωκεανούς, στη Μεσόγειο τα κύματα ενός τσουνάμι δεν χρειάζεται να ταξιδέψουν παρά πολύ μικρές αποστάσεις, προτού πλήξουν τις συνήθως πυκνοκατοικημένες ακτές, γεγονός που αφήνει μικρά χρονικά περιθώρια για ένα προειδοποιητικό σήμα.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν την ανάγκη να μελετηθούν καλύτερα τα πιθανά σενάρια από ένα μελλοντικό τσουνάμι στην Ανατολική Μεσόγειο, ιδίως στη νοτιοδυτική Κρήτη, έτσι ώστε οι αρμόδιες κρατικές και τοπικές Αρχές να έχουν προετοιμάσει καλύτερα την άμυνά τους για ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Υπενθυμίζεται ότι το καταστροφικό τσουνάμι του 2004 στη νοτιοανατολική Ασία με τα χιλιάδες θύματα ήταν αυτό που επανέφερε στο διεθνές προσκήνιο τον σχετικό κίνδυνο. Έκτοτε καταβάλλεται αυξημένη προσπάθεια από την επιστημονική κοινότητα να αναπτύξει καλύτερα εργαλεία πρόβλεψης ενός μελλοντικού τσουνάμι είτε μετά σεισμό, είτε μετά από υποθαλάσσια κατολίσθηση, είτε μετά από έκρηξη ηφαιστείου. Παρόλα αυτά υπάρχουν ακόμη αρκετά κενά στην επιστημονική γνώση του θέματος, ιδίως όσον αφορά τη συμπεριφορά των κυμάτων, καθώς αυτά πλησιάζουν τις ακτές.
Πηγή